logo

Select Sidearea

Populate the sidearea with useful widgets. It’s simple to add images, categories, latest post, social media icon links, tag clouds, and more.
hello@youremail.com
+1234567890

Μια παράξενη ιστορία: η τύχη του 4ου Σώματος Στρατού Καβάλας 1916-19

Συνεστίαση του ομίλου μας με ομιλητή τον Πρέσβυ ε.τ. και ιστορικό κ. Κωνσταντίνο Αιλιανό

με το πολύ ενδιαφέρον και λιγότερο γνωστό θέμα: “Μια παράξενη ιστορία: η τύχη του 4ου Σώματος Στρατού Καβάλας 1916-19”.

Ακούσαμε την λεπτομερή ιστορική καταγραφή των γεγονότων της εποχής εκείνης τα οποία επιδέχονται διάφορες ερμηνείες.

Μπορείτε να διαβάσετε την ομιλία παρακάτω και να μάθετε για αυτή την πτυχή της νεότερης ιστορίας της Ελλάδας.

 

ΜΙΑ ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ : Η ΤΥΧΗ ΤΟΥ 4ΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΣΤΡΑΤΟΥ  ΚΑΒΑΛΛΑΣ. 1916-1919.

 
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, πολύ λίγοι γνώριζαν την  ιστορία της ‘φιλοξενίας’ του 4ου Σώματος Στρατού της Καβάλλας στην Γερμανική πόλη Görlitz. Μιάς ιστορίας νομικά πρωτότυπης, ιστορικά περίεργης αλλά και  πρακτικά αρκετά περίπλοκης.

Η πόλις αυτή των 90.000 κατοίκων της Σιλεσίας, ήταν Γερμανική τότε. Τώρα είναι χωρισμένη μεταξύ Γερμανίας και Πολωνίας, το  Görlitz και το Zgorzelec,  διχασμένη από την γερμανο-πολωνική μεθόριο, τον ποταμό Neisse. Από τον Σεπτέμβριο 1916 μέχρι τον Νοέμβριο 1918, φιλοξένησε 6.500 περίπου Έλληνες στρατιωτικούς αλλά και περίπου 100 μέλη των οικογενειών τους. Μετά το 1945, ένα νέο κύμα Ελλήνων, φυγάδων από τον νέο διχασμό, εγκατεστάθη στην Πολωνική πλευρά.

Το περίεργο είναι ότι ούτε ο αγαπητός Λεωνίδας, ούτε εγώ, πρέσβεις τόσο στην Πολωνία όσο και στην Γερμανία, είχαμε τότε ακούσει τίποτε για το συμβάν του 4ου Σ.Σ. Πληροφορηθήκαμε την όλη ιστορία, πολύ αργότερα. Έναυσμα απετέλεσε το βιβλίο (2010), η έρευνα που εξεπόνησε ο Γεράσιμος Αλεξάτος, εν συνεχεία δε δύο ακόμη βιβλία, του Μανώλη Κανδυλάκη  και του Δημήτρη Φεσσά, που έφεραν στην δημοσιότητα σημειώματα στρατιωτικών του Görlitz. Άλλα άρθρα/μαρτυρίες που είχαν δημοσιευθή νωρίτερα είχαν περάσει απαρατήρητες. Έτσι, ο Μ.Κ. μας έκανε κοινωνούς σημειώματος του αξιωματικού της Χωροφυλακής Στυλιανού Κανδυλάκη γιά την αιχμαλωσία, πλέον, από τον Ιανουάριο 1918, 36 βενιζελικών αξιωματικών στην πόλη Βερλ , ο δε Δ.Φ. σημειώματα ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα,  δύο αξιωματικών που μετεφέρθησαν με γερμανικό υποβρύχιο στην Ελλάδα τον  Μάρτιο του 1918.   Πολύτιμες μαρτυρίες όλες αυτές μιάς άγνωστης πτυχής της Ελληνικής ιστορίας που διεδραματίσθη τόσο μακρυά!

Αλλά ας ξεκινήσουμε από την αρχή, όσο περιληπτικά γίνεται, λόγω χρόνου και της ροταριανής κλεψύδρας..

Τι συνέβη. Το 4ο Σ.Σ. εκάλυπτε την Αν. Μακεδονία, την Δράμα, τις Σέρρες, με έδρα την Καβάλλα. Στα μέσα του 1916, είχε ελαττωθή, λόγω της διατεταγμένης από την Αντάντ απολύσεως μέρους των Ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, σε 9500 δυναμικό και 600 αξιωματικούς. (Ένα Σ.Σ. κανονικά έπρεπε να διαθέτει περί τους 30.000 άνδρες δύναμη). Τον Αύγουστο οι βουλγαρικές δυνάμεις  προήλαυναν δυναμικά και είχαν αποκόψει τις ελληνικές δυνάμεις στην Ανατολική Μακεδονία από τον υπόλοιπο κορμό της χώρας. Στα μέσα Αυγούστου κατέλαβαν τα οχυρά και τα υψώματα, τον όφρυ, πέριξ της Καβάλλας, προς απόκρουση τυχόν αποβάσεως μονάδων της Αντάντ. Οι κινήσεις των Βουλγάρων και η όλη διάθεσή τους είχε εξελιχθή σε σαφώς εχθρική έναντι της Ελλάδος, όπως τηλεγραφούσαν οι διοικηταί διαφόρων μονάδων, παρά τις εγγυήσεις της Γερμανικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας.

Με σαφείς διαταγές από την Αθήνα, στο πνεύμα της ουδετερότητας που τηρούσε, έπρεπε να αποφευχθή κάθε εμπλοκή, κάθε προστριβή με τις βουλγαρικές δυνάμεις. (Οι γερμανικές δυνάμεις την περίοδο εκείνη ήσαν ελάχιστες). Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι μεραρχίες ανεδιπλούντο προς την Καβάλλα, με περιορισμένη δυνατότητα αμύνης. Η ηγεσία του Σώματος (Στ. Γεννάδης αλλά και άλλοι ανώτατοι αξιωματικοί) απουσίαζε με άδεια, και διοικητής του ήταν ένας συνταγματάρχης, ο Ιωάννης Χατζόπουλος, διοικητής της 7ης μεραρχίας.

Μην νομίζουμε ότι η Καβάλλα ήταν φρούριο. Οι αμυντικές της ικανότητες ήταν ελάχιστες, τα έργα ημιτελή. Έτσι, οι ένοπλες δυνάμεις δεν είχαν πολλές δυνατότητες προστασίας της. Η θέση των υπερασπιστών της ήταν αποκαρδιωτική. Και ακόμη περισσότερο η επισιτιστική κατάσταση ήταν τραγική, ως εκ τούτου οι αντοχές περιορισμένες. Και ακόμη, στην πόλη είχε συρρεύσει πολύς πληθυσμός, Έλληνες, από την γύρω περιοχή, από τον φόβο των Βουλγάρων που προέλαυναν τάχιστα. Ας θυμίσω ότι στις 26 Μαϊου  1916 οι γερμανο-βούλγαροι κατελάμβαναν το Ρούπελ.

Από πλευράς του, ο στρατηγός Σαράιγ άφηνε ακάλυπτες τις ελληνικές δυνάμεις στα δυτικά, στον Στρυμόνα, αφήνοντάς τες απομονωμένες. Ακόμη, υπό το φως της προελάσεως των Βουλγάρων, στις 10/8 απεφασίσθη από την Αντάντ ο αποκλεισμός του λιμένος της Καβάλλας από τον βρεταννικό στόλο, με ό,τι αυτός συνεπήγετο για την τροφοδοσία της πόλεως.

Ας θέσουμε ημερολογιακά τα γεγονότα ώστε να γίνει πιο κατανοητή η συγκυρία:   η όλη ιστορία εκκινεί στις αρχές Αυγούστου 1916, δηλ. προ της εκρήξεως στην Θεσσαλονίκη του κινήματος της Εθνικής Άμυνας των βενιζελικών αξιωματικών (17/8) με αμφίβολα στην αρχή αποτελέσματα. Ουσιαστικά επρόκειτο περί ενός στασιαστικού κινήματος, το οποίο αργότερα νομιμοποιήθηκε. Ο  Βενιζέλος έφθασε στην Θεσσαλονίκη, και δημιούργησε την κυβέρνησή του, στις 26/9. Από τα μέσα Αυγούστου η πίεση των Βουλγάρων  γινόταν ασφυκτική. Το Σ.Σ. ήταν πλήρως απομονωμένο.   Οι εξελίξεις στην Αν. Μακεδονία σημειώνοντο ραγδαίες και βίαιες.

Ο Χατζόπουλος  επικοινωνούσε με δυσκολία με την Αθήνα.  Ζήτησε την αποστολή του στόλου για την προσωρινή έστω απόκρουση των βουλγάρων και την απομάκρυνση του Σώματος. Η Αθήνα απέρριψε το αίτημα. Όπως επίσης δεν έκανε δεκτό αίτημά του να ανακαλέσει εφεδρείες από την περιοχή.

Εν τω μεταξύ, στις 25/8, η επικοινωνία με την Αθήνα διεκόπη πλήρως, διότι ο βρεταννός ναύαρχος ζήτησε την παράδοση του μοναδικού ασυρμάτου του Σώματος, τον οποίο και κατέστρεψε.

Υπό τις συνθήκες που διεμορφώνοντο,ο Χατζόπουλος συνεκάλεσε σε σύσκεψη τους επιτελείς του. Επεδίωξε, σε επικοινωνία με το βρεταννικό ναυτικό,  να μεταφέρει τις μονάδες του στον Βόλο, σύμφωνα με τις οδηγίες των Αθηνών. Όμως, ενώ οι άνδρες είχαν παραταχθή στην προκυμαία για να επιβιβασθούν στα βρεταννικά πλοία, στις 28/8, οι Αμήνυτες αξιωματικοί που επέβαιναν σ’ αυτά, δέχθηκαν να παραλάβουν μόνο τους βενιζελικούς. Κατόπιν της στάσεως αυτής του βρεταννικού ναυτικού ο Χατζόπουλος απεφάσισε ολόκληρο το 4ο Σ.Σ. να παραμείνει στην  Καβάλλα ώστε να μην διασκορπισθή.

Έτσι, έμειναν στην Καβάλλα περί τους 6.500 αξιωματικοί και άνδρες, πολλοί με τις οικογένειές τους.  Τόσοι μόνον, διότι στις 23/8 περί τους 3000 αξιωματικοί και άνδρες της 6ης Μεραρχίας,  μερικοί παρά την θέλησή τους,  αλλά και από άλλες μονάδες, είχαν κατορθώσει να μεταβούν στην Θάσο – που βρισκόταν υπό τον έλεγχο της Ε. Αμύνης –  και εν συνεχεία στην Θεσσαλονίκη.

Ως εκ τούτου το Σώμα που παρέμεινε στην Καβάλλα κατέληξε να είναι ως επί το πλείστον συμπαγές φιλοβασιλικό. Οπωσδήποτε, πάντως, η κατάσταση όπως εξελίχθη στην Ελλάδα, ιδίως αργότερα με την εκθρόνιση του Κων/νου, δεν άφησε ανεπηρέαστες τις σχέσεις των ανδρών. Η πλειοψηφία των αξιωματικών του 4ου Σ.Σ. και ιδίως ο συν/χης Χατζόπουλος,  με ιδιαίτερο αίσθημα ευθύνης προς την ηγεσία του κράτους αλλά, και κυρίως, προς τους άνδρες τους,  παρέμενε πιστή στον όρκο προς τον Βασιλέα.  Σημειώνω ότι ακόμη δεν είχε επέλθη ο πλήρης  Διχασμός με την δημιουργία κυβερνήσεως στην Θεσσαλονίκη.

Εν τω μεταξύ, οι γερμανικές στρατιωτικές αρχές ήθελαν οι ελληνικές μονάδες της Καβάλλας να μεταφερθούν στο εσωτερικό των Βαλκανίων, ώστε να μην έχουν επαφή με την θάλασσα.

Κεντρικός στόχος του Χατζόπουλου ήταν, το Σ.Σ. του οποίου ηγείτο να μην αιχμαλωτισθή από τους Βουλγάρους. Η ιδέα των Γερμανών, η επιδίωξή τους, ως εκ τούτου, μεταφοράς στα μετόπισθεν, απετέλεσε προφανώς το έναυσμα της προτάσεως του Χατζόπουλου  να «φιλοξενηθή» το Σώμα στην Γερμανία, την οποία υπέβαλε στον Χιντενμπούργκ, το βράδυ της 28/8. Οι «διαπραγματεύσεις» του Χατζόπουλου με τις γερμανικές αρχές, με τον σύνδεσμο που είχε ορισθή, εύκολα γίνεται αντιληπτό, ήταν ιδιαιτέρως πιεστικές και επίπονες, υπό τα έμμονα αιτήματα των Βουλγάρων, αλλά και την στάση της Αντάντ.

Ουσιαστικά,  σε μια ύστατη προσπάθεια του Χατζόπουλου να διασωθή το Σώμα, ζήτησε από την γερμανική πλευρά να παραδοθή σ’ αυτήν , υπό τον όρο να μεταφερθή ως ‘φιλοξενούμενο’ στην Γερμανία με τον οπλισμό του, ελαφρύ και βαρύ, μέχρι το τέλος του πολέμου. Ο Χίντεμπουργκ εδέχθη με ιδιαίτερη προθυμία και με εγκάρδια λόγια. Έτσι, Το 4ο Σ.Σ. ήδη το βράδυ της 29ης Αυγούστου, μετεφέρθη άρον-άρον στην Δράμα και εν συνεχεία, σιδηροδρομικώς στην Γερμανία.  Σ’ αυτούς ας προστεθούν και 100 περίπου χωροφύλακες από την Φλώρινα, που οδηγήθηκαν από τους βουλγάρους, που είχαν καταλάβη την πόλη, έκοντες άκοντες να ενταχθούν στο 4ο Σ.Σ.

Ο πρώτος συρμός έφυγε από την Δράμα στις 2/9.  Έφθασε στην Σιλεσία μετά 15 ημέρες περίπου. Τελικώς, η πλειονότης του βαρέως οπλισμού εγκατελήφθη στους Βουλγάρους, κατόπιν πιέσεων της Σόφιας και παρασπονδίας των γερμανικών  αρχών.

Αναφέρω την κατάσταση για να γίνει κατανοητή η ψυχολογική πίεση υπό την οποία βρισκόταν ο Χατζόπουλος και οι λοιποί αξιωματικοί. Η απόφαση προς σωτηρία του 4ου Σ.Σ. απέκειτο αποκλειστικά σ’αυτόν.

Η πόλη της Καβάλλας αφέθη στην μήνη των Βουλγάρων, και γνωρίζουμε πολύ καλά τις συνέπειες της βουλγαρικής κατοχής όλης της Αν. Μακεδονίας! Ο όλος χειρισμός συναφώς με τον οπλισμό αλλά και την διαγωγή των Βουλγάρων έναντι του ελληνικού πληθυσμού και των τοπικών αρχών απετέλεσε έναν επαίσχυντο εμπαιγμό της Ελληνικής κυβερνήσεως και του βασιλέως υπό το φως των εγγυήσεων που είχαν δοθή από Γερμανικής πλευράς.

Όπως ήταν φυσικό, τα νέα άφησαν εμβρόντητη την Αθήνα και την Θεσσαλονίκη που δεν είχαν προφθάσει να ενημερωθούν. Μίλησαν για προδοσία. Προσπάθειες του Κων/νου να επαναπατρισθή το Σ.Σ. προσέκρουσαν στην απόλυτη άρνηση των Γερμανών.

Αυτά, ως προς τα γεγονότα.

Στο Görlitz τώρα. Η υποδοχή θερμότατη. Στην πύλη του μεγάλου στρατοπέδου επιγραφή ΧΑΙΡΕΤΕ. Ελληνικές σημαίες στους δρόμους. «Αδύνατον να περιγραφή η υποδοχή ήτις μας εγένετο» θα γράψει ένας στρατιώτης. Η ζωή στο ευρύχωρο στρατόπεδο, έτοιμο από προηγούμενη χρήση,  ακολουθούσε τους ρυθμούς  όπως σε καιρό ειρήνης.

Ο Λούντεντόρφ έγραφε: «Η παραμονή των ελληνικών στρατευμάτων παρέχει την μοναδικήν ευκαιρίαν να μεταδώσουμε στην Ελλάδα την κατανόησιν για τα γερμανικά πράγματα. …και το γερμανικό μεγαλείο.  Οφείλουμε να την αξιοποιήσουμε…. Δεν θα πρέπει να τους δημιουργηθή η αίσθηση ότι είναι αιχμάλωτοι». Η κατάσταση νομικά, αποτελούσε παγκόσμια πρωτοτυπία.

Η επικοινωνία με τους γερμανούς αξιωματικούς ήταν άνετη. Οι άνδρες του 4ου Σ.Σ. έτυχαν θερμής υποδοχής από την τοπική κοινωνία. Ο Χατζόπουλος  έγινε δεκτός από τον Χιντενμπουργκ αλλά συναντήθηκε και με τον ίδιο τον αυτοκράτορα Γουλιέλμο, στους οποίους εξέφρασε τα παράπονά του συναφώς με την παρασπονδία των βουλγαρικών αρχών έναντι των Ελλήνων στην Καβάλλα.

Σε κάποια φάση, στην αρχή της διαμονής στο Görlitz,  έγιναν κάποιες σκέψεις από γερμανικής πλευράς, να χρησιμοποιηθή η ελληνική δύναμις, στο μέτωπο, στα Βαλκάνια, σκέψεις που εγκατελήφθησαν αμέσως!

Στην πόλη, στην μικρή αυτή συντηρητική τοπική κοινωνία από την οποία απουσίαζαν οι άνδρες στον πόλεμο, δεν έλειψαν εντάσεις από την παρουσία των «ωραίων ελλήνων».  Δεν εκπλήσσει ότι πολλοί έκαναν οικογένεια. Πολλές από τις συζύγους τους τούς ακολούθησαν στην Ελλάδα. Άλλοι πάλι εγκατεστάθησαν μόνιμα στην Γερμανία. Απόγονοι υπάρχουν ακόμη. Άνω των 300 πάλι απεβίωσαν στην Γερμανία, μεταξύ αυτών και ο συνταγματάρχης Χατζόπουλος, από ασθένεια. Το τότε στρατόπεδο ανήκει πλέον στο πολωνικό τμήμα της πόλεως. Από το πάλαι ποτέ ελληνικό νεκροταφείο παραμένουν 6 τάφοι. Μεταξύ αυτών και του συνταγματάρχη Χατζόπουλου. Πρόσφατα η Πρεσβεία μερίμνησε για την περιποίησή τους.

Οι αξιωματικοί είχαν δική τους λέσχη. Ελάμβαναν τον μισθό τους.  Διέμεναν σε διαμερίσματα που νοίκιαζαν στην πόλη. Άλλοι άνδρες εργάζονταν και κέρδιζαν.  Άλλοι έμαθα τέχνη, την οποία εν συνεχεία εξήσκησαν είτε στην Γερμανία, είτε στην Ελλάδα. Είχαν ιατρική/νοσοκομειακή περίθαλψη στο Ελληνικό, λεγόμενο, νοσοκομείο!

Ήταν φυσικό, εν τούτοις, οι εξελίξεις στην Ελλάδα να επηρεάσουν και τους στρατιωτικούς στο Görlitz. Οι ιδεολογικές διαφορές άρχισαν να δημιουργούν εντάσεις. Η εκθρόνιση του βασιλέως απετέλεσε νέο ερέθισμα. Τόσο μάλλον που ο Χατζόπουλος διατηρούσε επικοινωνία με το περιβάλλον του Κων/νου αν όχι με τον ίδιο.

Οι γερμανικές αρχές ζήτησαν πίνακα των βενιζελικών αξ/κων. Αν και ο Χατζόπουλος αρχικά αρνήθηκε, αναγκάσθηκε να ενδώσει. 36 συνολικά αξιωματικοί μετεφέρθησαν τον Ιανουάριο 1918, ως αιχμάλωτοι πλέον, σε μια μακρινή πόλη της Βεστφαλίας, το Βερλ. Οι συνθήκες εκεί ήσαν συνθήκες αιχμαλωσίας. Μας περιγράφει αναλυτικά την κατάσταση ο κρης αξιωματικός της Χωροφυλακής, Κανδυλάκης.

Συγχρόνως, με το σκεπτικό ότι μετά την διακοπή των διπλωματικών σχέσεων των δύο χωρών (Ιούνιο 1917) έστω χωρίς να κηρυχθή επισήμως ο πόλεμος, θεωρήθηκε ότι η Ελλάς  ενεπλάκη πρακτικά σ’ αυτόν, έγιναν σκέψεις στην γερμανική ηγεσία, το 4ο Σώμα να θεωρηθή πλέον εν αιχμαλωσία. Τελικώς  οι Γερμανοί ανέκρουσαν πρύμναν. Όμως, οι στρατιώτες του 4 Σ.Σ. εκλήθησαν πλέον να παρέχουν εργασία, έναντι αμοιβής, όπως οι ίδιοι οι Γερμανοί, είτε σε εργοστάσια είτε σε άλλα σημεία. 5000 στρατιώτες απετέλεσαν ομάδες εργασίας και απεστάλησαν σε διάφορα σημεία της Γερμανίας. Το στρατόπεδο σε μεγάλο βαθμό εκκενώθη.

Στις ιδεολογικές ανωμαλίες που σημειώθηκαν στο ελληνικό στρατόπεδο ήταν και η αθρόα συμμετοχή στρατιωτών στην επανάσταση των Λίμπκνεχτ και Ρόζας Λουξεμπούργκ, αρχές Νοεμβρίου 1918,  με συνέπεια συμπλοκές και θανάτους. Δημιουργήθηκε ελληνικό σοβιέτ. Η καταστολή του κινήματος τον Δεκέμβριο 1918 απετέλεσε έναυσμα φυγής για την Ελλάδα.

Ο πόλεμος τερματίσθηκε  με την υπογραφή των 4 ανακωχών. Της Θεσσαλονίκης (29/9), του Μούδρου (17/10), της Βίλλας Τζιούστι (3/11) και της Ρετόντ, στις 11 Νοεμβρίου.

Η επιστροφή της ελληνικής δυνάμεως στην Ελλάδα μετά την ανακωχή τον Οκτώβριο 1918 έγινε άτακτα, τόσο μάλλον που και η ηγεσία είχε διασκορπισθή και οι άνδρες υπηρετούσαν σε διάφορα σημεία της Γερμανίας. Καθένας  με δικά του μέσα θα επέστρεφε στην Ελλάδα. Μέσω Βελγίου, Γαλλίας, Αγγλίας. Άλλοι, από το Görlitz, μέσω Βιέννης, Φιούμε ή ακόμη και της Βάρνας.

Όμως η μεταχείρισή τους στην πατρίδα δεν τους ήταν ευνοϊκή από την βενιζελική κυβέρνηση. Πολλοί εκτοπίστηκαν, πέρασαν από στρατοδικείο. Κατεδικάσθηκαν. 6 σε θάνατο. Αυτοί, τελικώς, δεν  εκτελέσθηκαν. Οι εκλογές του Νοεμβρίου 1920 απετέλεσαν την λυτρωτική λύση, εφ’ όσον οι ποινές ακυρώθηκαν.

Αυτή ήταν η περίεργη ιστορία του 4ου Σ.Σ. μοναδική στα χρονικά των πολέμων.  Όμως δεν θα ήθελα να τελειώσω χωρίς να μνημονεύσω   ακόμη δύο πτυχές στην ιστορία. Την λεγόμενη υπόθεση των δύο υποβρυχίων και την πολιτιστική διάσταση της παρουσίας των 6500 ελλήνων στην περιοχή αυτή της Σιλεσίας.

Η υπόθεση των δύο υποβρυχίων. Ο Δημήτρης Φεσσάς στο βιβλίο του ρίχνει άπλετο φως σ’ αυτήν. Αρχές 1918, ο βασιλεύς Κων/νος, θέλοντας να επικοινωνήσει με τον Αλέξανδρο, να του δώσει οδηγίες, αλλά και να πληροφορηθή ποια ακριβώς ήταν η κατάσταση στην Ελλάδα και το βαλκανικό μέτωπο, θέλησε να χρησιμοποιήσει πιστούς σ’ αυτόν αξιωματικούς. Επελέγησαν εθελοντικά 4 για να μεταβούν στην Ελλάδα. Μετά πρώτες σκέψεις να κατευθυνθούν μέσω ξηράς, μέσω του μετώπου, στην βόρειο Ελλάδα, τελικώς επελέγη να μεταφερθούν, ανά δύο στην νότιο Ελλάδα, στην Πελοπόννησο με γερμανικά υποβρύχια. Αυτά στα μέσα Φεβρουαρίου 1918. Οι δύο πρώτοι, ξεμπάρκαραν στην Κυπαρισσία, έφθασαν στην Αθήνα, απεκαλύφθησαν, συνελήφθησαν, δικάστηκαν και εξετελέσθησαν επί κατασκοπία. Μετέφεραν μία τετρασέλιδη επιστολή προς τον Αλέξανδρο, γραμμένη με συμπαθητική μελάνη, η οποία δεν έφθασε στα χέρια του Αλεξάνδρου.

Οι δύο άλλοι, που έφθασαν   μέσα Μαρτίου στον κόλπο της Καλαμάτας, διεσώθησαν. Με πολύ κόπο και με την βοήθεια εντοπίων προκρίτων, φιλοβασιλικών, κατόρθωσαν, μέσω τρίτων, να μεταφέρουν στον Αλέξανδρο τα μηνύματα του βασιλέως πατέρα του. Είναι δύσκολο να βεβαιωθή τι χρήση έκανε ο Αλέξανδρος. Ενεθάρρυνε μονάδες να επαναστατήσουν ;; Άγνωστο ή αβέβαιο. Η περιγραφή του Δημήτρη Φεσσά είναι εκπληκτική. Έμειναν κρυμένοι, επί 36 μήνες, σε ένα αγρόκτημα κοντά στην Μεσσήνη, μέχρι τον Νοέμβριο 1920, μετά τις εκλογές!  Ο ένας αρρώστησε και απεβίωσε στην κρύπτη  που ήσαν έγκλειστοι,  λίγους μήνες πριν λήξει ο αυτό- περιορισμός τους. Πρόφθασε και μας άφησε ενδιαφέρουσα εξιστόρηση της εμπειρίας του. Ο άλλος επέζησε και συνέγραψε το σημείωμα όπου μας περιγράφει την όλη υπόθεση.

Μια άλλη πολύ ενδιαφέρουσα πτυχή της παρουσίας των ελλήνων στο Görlitz είναι το ενδιαφέρον που επέδειξαν Γερμανοί ακαδημαϊκοί για τον ελληνικό πολιτισμό. Μελέτες για την ελληνική λαογραφία, την γλώσσα, ήθη και έθιμα, την μουσική εξεπόνησαν σοβαροί γερμανοί φιλέλληνες όπως ο πατέρας του γνωστού φυσικού καθηγητού, ο βυζαντινολόγος καθηγητής Αουγκουστ  Χαιζενμπέργκ. Ο γνήσιος αυτός φιλέλληνας θεωρήθηκε ως ο «φιλόστοργος πατέρας» των ελλήνων.  Όπως ο Όττο Κρούζιους, Πρόεδρος της Βαυαρικής Ακαδημίας, ο αρχαιολόγος Βιλχελμ Ντερπφέλντ, ο ελληνιστής καθηγητής Ούλριχ Βιλάμοβιτς. Βοήθησαν στην ομαλή διαμονή των ελλήνων στην Γερμανία. Τρανταχτά τότε ονόματα του ακαδημαϊκού κόσμου της Γερμανίας. Μεταξύ άλλων, ηχογραφήθηκαν 72 κύλινδροι  γραμμοφώνου, με ομιλίες, απαγγελίες κλπ και 7 με τραγούδια, χορωδίες κλπ. από όλες τις περιοχές της Ελλάδος.  Δημιουργήθηκε μια όσμοση μεταξύ των ελλήνων και των γερμανών διανοουμένων, εφ΄ όσον αντίστοιχα και οι έλληνες μελέτησαν την γερμανική λογοτεχνία και τέχνη. Οι γερμανοί προέτρεψαν και οργάνωσαν μαθήματα ελληνικής, με νέες δικές τους μεθόδους,  για αγράμματους στρατιώτες!

Μέσα από τις δύο ελληνόφωνες καθημερινές εφημερίδες που εξεδίδοντο στην πόλη, με σωρεία σοβαρών άρθρων και χρονογραφημάτων ελλήνων διανοητών  ανεδείχθησαν ορισμένοι καλλιτέχνες και λογοτέχνες, όπως ο Βασ. Ρώτας, 27 ετών τότε, ο Λέων Κουκούλας, στο θέατρο, ο ζωγράφος Παύλος Ροδοκανάκης, ο ηθοποιός Βασίλης Αργυρόπουλος. Παρών στην εκδοτική προσπάθεια και ο μετέπειτα καθηγητής οικονομολόγος Δημ. Καλιτσουνάκης. Δημιουργήθηκαν μουσικές κομπανίες. Εκεί πρωτο-ηχογραφήθηκε παγκοσμίως το μπουζούκι, από γνήσιους καλλιτέχνες από την Σμύρνη. Με τραγουδιστή τον ανιψιό του Παπαδιαμάντη, τον   Απόστολο  . Όπως, επίσης δημοσιεύθηκε στην ελληνική εφημερίδα, συγχρόνως στα ελληνικά και σε γερμανική  μετάφραση, το έργο του ίδιου του Παπαδιαμάντη, ‘ο Αλιβάνιστος’. Το μικρό αυτό διήγημα εξέδωσε σε διπλή γλώσσα, προ ετών ο εδώ εκδοτικός οίκος ΑΙΩΡΑ.

Η όλη ιστορία του Görlitz συνθέτει  μία συναρπαστική υπόθεση. Στα 20 λεπτά δεν ήταν δυνατόν να καλύψω όλες τις σπουδαίες πτυχές της περιπέτειας αυτής. Αξίζει να διαβάσει κανείς τα τρία βιβλία που προανέφερα, ώστε να σχηματίσει μια πληρέστερη εικόνα.

Πολλά ελέχθησαν τότε για την απόφαση του συνταγματάρχη Ι. Χατζόπουλου. Η απόφαση του ήταν ιδιαιτέρως δύσκολη, τόσο πολιτικά όσο και στρατιωτικά, υπό τις τότε σύνθετες και ιδιαιτέρως πιεστικές συνθήκες.
Ετίμησε τον όρκο του;; Η σωτηρία 6500 ψυχών αποτελούσε το ύψιστο αγαθό;;;
Αφήνω στην δική σας κρίση αν η απόφαση του ήταν η σωστή.

Σας ευχαριστώ.

Spread the love